ΚΙΝΑ
Δημοκρατία (Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας) της ανατολικής Ασίας. Επιφάνεια: 9.536.499 τετρ. χλμ. (τρίτη στον κόσμο σε έκταση μετά τη Ρωσία και τον Καναδά). Πληθυσμός: 1.130.483.000 κάτοικοι (πρώτη στον κόσμο). Πρωτεύουσα: Πεκίνο. Γλώσσα: η επίσημη γλώσσα είναι η Χαν (κινεζική), που ομιλείται από το 93% του πληθυσμού, ακολουθούν η ουιγκούρ (Σινκιάνγκ), η θιβετιανή, η μογγολική. Θρησκεία: οι τελευταίες αξιολογήσεις δίνουν 200.000.000 κομφουκιανών, 150.000.000 βουδιστών, 30.000.000 ταοϊστών, 48.000.000 μουσουλμάνων και 4.000.000 καθολικών. Νόμισμα: γιουάν. Σύνορα: συνορεύει βόρεια με τη Ρωσία και τη Μογγολία, βορειοανατολικά με την Βόρεια Κορέα, νότια με το Βιετνάμ, το Λάος, τη Βιρμανία, την Ινδία, νοτιοδυτικά με το Μπουτάν, το Νεπάλ, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Τατζικιστάν, το Κιρκιζιστάν και το Καζακιστάν. Στα ανατολικά και νοτιοανατολικά βρέχεται από την Κίτρινη Θάλασσα, την Κινεζική Ανατολική Θάλασσα και από τη Νότια. Πολίτευμα: η Κίνα είναι μια λαϊκή Δημοκρατία χωρισμένη σε 22 επαρχίες, 5 αυτόνομες περιοχές και 3 δήμους (Πεκίνο, Τιέντσιν και Σαγκάη). Διοικητικό όργανο είναι η Εθνική Λαϊκή Συνέλευση, της οποίας τα μέλη εκλέγονται για πέντε χρόνια. Η Συνέλευση εκλέγει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό και την Κυβέρνηση. Μοναδικό κόμμα είναι το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Μορφολογία. Το κινεζικό έδαφος είναι κυρίως ορεινό. Μόνο το 30% της επιφάνειας βρίσκεται σε υψόμετρο μικρότερο των 1.000 μέτρων πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Οι κυριότερες οροσειρές απλώνονται στην κατεύθυνση του γεωγραφικού μήκους (Ιμαλάια, Κουνλούν, Τιέν Σαν, Αλτάϊ) και εναλλάσσονται με τεράστια οροπέδια (Θιβέτ, το μεγαλύτερο της Γης, με μέσο υψόμετρο 4.000 μ., Μογγολία, οροπέδιο του Λος), με λεκανοπέδια (Ταρίμ), με λόφους στα νοτιοανατολικά, με πεδιάδες που απλώνονται στην ανατολική πλευρά (Μαντζουρία) έκτασης πάνω από 1.000.000 τετρ. χλμ. Το υψόμετρο αυξάνεται γενικά από τη δύση προς την ανατολή και από το νότο προς το βορρά. Η πιο ψηλή κορυφή είναι το όρος Έβερεστ (8.872 μ., σύμφωνα με τις μετρήσεις του 1987) στα σύνορα με το Νεπάλ. Το χαμηλότερο βαθύπεδο είναι του Τουρφάν (-154 μ.) κοντά στο Ουρούνκι, στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας.Γεωλογία. Η βάση του κινεζικού εδάφους αποτελείται από πετρώματα κρυσταλλικά και μεταμορφικά προπαλαιοζωικά, που δημιουργήθηκαν κατά το πέρασμα των γεωλογικών εποχών από ορογενετικές κινήσεις και καλύψεις εν μέρει από θαλάσσια και ηπειρωτικά ιζήματα. Χαρακτηριστικό είναι το Λος, αιολικό απόθεμα, που το πάχος του ποικίλει από λίγα μέτρα μέχρι εκατοντάδες, διαδεδομένο στο Κάνσου, Σένσι, Χονάν.Υδρογραφία. Από το οροπέδιο του Θιβέτ πηγάζουν οι μεγαλύτεροι ποταμοί, που ρέουν προς τα ανατολικά και νοτιοανατολικά (Γιάνκτσε Γιάνγκ, Χουάν Χο, Σι Κιάνγκ). Τμήματα άλλων ποταμών διασχίζουν το κινεζικό έδαφος ( Ινδός, Βραχμαπούτρα) ή μεταβάλλονται σε έλη στις έρημους ( Ταρίμ, Εντσίν). Στα βόρεια ο ποταμός Αμούρ δημιουργεί τα φυσικά σύνορα με τη Ρωσία, και ο Γιαλού με τη Βόρεια Κορέα. Δίπλα στα ποτάμια αξιομνημόνευτα είναι και τα κανάλια. Το μεγαλύτερο είναι το Μεγάλο Κανάλι (1.782χλμ.) που συνδέει το Πεκίνο με την Χανκτσό. Ανάμεσα στις λίμνες ξεχωρίζουν η Πογιάνκ Χου, η Τουνκτίνκ Χου, η Χούνκτσε Χου στην πεδιάδα του Γιάνκτσε. Οι αλμυρές λίμνες βρίσκονται κατά το μεγαλύτερο μέρος στο οροπέδιο του Θιβέτ και στη Μογγολία. Η μεγαλύτερη είναι η Κινκ Χαϊ. Κλίμα. Οι κλιματολογικές συνθήκες διαφοροποιούνται από το βορρά προς το νότο και από την ανατολή προς τη δύση. Στο εσωτερικό υπερισχύουν ηπειρωτικά κλίματα, με έντονες εναλλαγές θερμοκρασίας και λίγες βροχοπτώσεις. Στα νοτιοανατολικά παρατηρούνται μουσσώνες και υπάρχει έντονη βροχόπτωση το καλοκαίρι και ξηρότητα το χειμώνα. Το έτος χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μόνο βασικές εποχές, το καλοκαίρι και το χειμώνα, με πολύ σύντομες ενδιάμεσες περιόδους. Την εποχή του καλοκαιριού στις κινεζικές ακτές επικρατούν οι Τυφώνες, όγκοι αέρα πολύ υγροί, που προκαλούν θαλασσοταραχές κατά μήκος των ακτών και πλημμύρες.Οικονομία. Βασικός αντικειμενικός σκοπός της κυβέρνησης του Πεκίνου ήταν η αρχή ενός σχεδίου βιομηχανικής ανάπτυξης στο πλαίσιο μιας σχεδιασμένης οικονομίας σοσιαλιστικού τύπου, που, σε αντίθεση με τη σοβιετική, ποντάριζε σε μια ισορροπία ανάμεσα στη βαριά και ελαφριά βιομηχανία. Η κινεζική γεωργία, ελάχιστα βιομηχανοποιημένη και με ελάχιστη χρήση λιπασμάτων, βασίζεται στην καλλιέργεια δημητριακών. Καλλιεργούνται ρύζι, σιτάρι, καλαμπόκι και σε μικρότερο βαθμό σίκαλη, κριθάρι, σόργο και κεχρί, που μαζί με τα ψάρια αποτελούν τη βάση της διατροφής. Η καλλιέργεια του ρυζιού είναι η πιο διαδεδομένη και επικεντρώνεται στο μεγάλο δέλτα του ποταμού Σι Κιάνγκ, Κιάνγκσου και στην περιοχή των λιμνών όπου τα εδάφη πλημμυρίζουν τελείως. Τις καλλιέργειες δημητριακών ακολουθούν αυτές του ζαχαροκάλαμου, τσαγιού, τεύτλων, οπωροφόρων, κάνναβης, καπνού, βαμβακιού. Ο ζωοτεχνικός πλούτος αποτελείται κατά κύριο λόγο από κατοικίδια ζώα, κυρίως στις περιοχές όπου συναντώνται εντατικές καλλιέργειες. Ελάχιστα είναι τα βοοειδή και χρησιμοποιούνται κυρίως σαν εργατική δύναμη. Αξιόλογη είναι η ιχθυοτροφία στις ζώνες του κέντρου και του νότου. Στις στεππώδεις και ημιερημικές περιοχές στα βορειοδυτικά είναι διαδεδομένη η εκτροφή προβάτων, αιγοειδών και καμήλων. Ο δασικός πλούτος γνωρίζει ελάχιστη εκμετάλλευση. Οι περισσότερες σιδηρουργικές βιομηχανίες βρίσκονται στα βόρεια και στα βορειοανατολικά (Σάνσι , Χοπέχ , Λάιονιγκ, Χουπέχ) και στην Μαντζουρία, όπου βρίσκονται οι πιο αξιόλογες ανθρακοφόρες πηγές καθώς και ορυκτών του σιδήρου. Η μεταλλευτική βιομηχανία είναι πολύ διαδεδομένη στις περιοχές του νότου, όπου βρίσκονται πηγές κασσίτερου, μαγνησίου, χαλκού, μολύβδου, ψευδάργυρου, αντιμονίου (δεύτερη στην παγκόσμια παραγωγή), τουνγστενίου (η Κίνα είναι πρώτη στην παγκόσμια παραγωγή), πετρελαίου, αλλά υφίσταται τις συνέπειες της έλλειψης ηλεκτρικής ενέργειας. Ο μεταλλουργομηχανικός τομέας περιλαμβάνει μεγάλα συγκροτήματα για την κατασκευή βιομηχανικού μηχανικού εξοπλισμού, που προορίζεται να εξοπλίσει τις εγκαταστάσεις των νέων παραγωγικών τομέων (ναυπηγική, σιδηροδρομική, μεταλλευτική, ηλεκτρική, αυτοκινητιστική , χημική και υφαντουργική). Σαν συνέπεια της μείωσης των επενδύσεων στη βαριά βιομηχανία, δημιουργήθηκαν εγκαταστάσεις προορισμένες να παράγουν αγαθά για την γεωργία (ελαφρύ μηχανικό εξοπλισμό και χημικά λιπάσματα) και καταναλωτικά αγαθά (ρουχισμός, ηλεκτρικές συσκευές και τρόφιμα), και που βρίσκονται κατά μήκος της παράκτιας ζώνης . Πολύ αναπτυγμένη επίσης είναι και η βιομηχανία χημικών ( πλαστικές και τεχνητές ύλες). Αν και ο σκοπός της ήταν να ικανοποιήσει την ζήτηση της υπέρμετρης εγχώριας αγοράς, η γεωργική παραγωγή και κυρίως η βιομηχανική τροφοδοτεί την επίμονη ροή των εξαγωγών, ιδιαίτερα μετά το άνοιγμα των εξωτερικών επενδύσεων από τον Τενγκ Χσιάο-πινγκ. 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ιστορία της Κίνας ξεκίνησε με την δυναστεία των Χσία (2500 π.Χ.), ενώ την εποχή των Σανγκ , που κυβερνούσαν από το 1766 π.Χ., επανήλθε το φεουδαρχικό πολίτευμα στη χώρα που καταπονήθηκε από τις διαμάχες των φεουδαρχών κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Τσού (περίπου 1030 - 256 π.Χ.). Την ίδια περίοδο διαδόθηκε ο κομφουκισμός και ο ταοϊσμός . Ο Σι Χοάνγκ, πρίγκιπας της δυναστείας των Τσιν, αποκατέστησε την πολιτική ενότητα και ήταν ο πρώτος που πήρε το αξίωμα του αυτοκράτορα (221 π.Χ.) και έχτισε το Μεγάλο Σινικό Τείχος. Οι επιτυχημένες στρατιωτικές εκστρατείες και η οικονομική και πολιτιστική πρόοδος σημάδεψαν την επόμενη δυναστεία των Χαν (206 π.Χ.- 220 μ.Χ.). Νέες εσωτερικές διαιρέσεις προηγήθηκαν της εδραίωσης της δυναστείας των Τσιν (265 -420 μ.Χ.) και οι εισβολές των Τατάρων προηγήθηκαν της ανόδου των Σούι (590 - 618 π.Χ.). Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Τανγκ η χώρα γνώρισε μεγάλης ισχύ και ακμή. Μετά από μία καινούργια περίοδο παρακμής, οι Μογγόλοι κυρίευσαν την Κίνα (13ος αιώνας). Ο χαν τους, Κουμπλάι, ίδρυσε τη δυναστεία των Γιουάν, εγκατάστησε την πρωτεύουσα στο Πεκίνο και εξάπλωσε την επιρροή του μέχρι τη Βιρμανία και την Ιάβα. Διώχνοντας τους Μογγόλους, ο Τσού Γιουάν-τσανγκ (1328 - 1398) εδραίωσε το θρόνο για τους διαδόχους του, τους Μινγκ, κατά την διάρκεια της βασιλείας των οποίων ο χριστιανισμός εισχώρησε στην Κίνα (16ος αιώνας). Οι Πορτογάλοι σιγούρεψαν τις πρώτες βάσεις στη χώρα ενώ Ισπανοί και Ολλανδοί κατέκτησαν τις Φιλιππίνες και τη Φορμόζα. Το 1644 οι Μαντζουριανοί κατέκτησαν την κινεζική Αυτοκρατορία εγκαθιδρύοντας τη δυναστεία των Τσινγκ (που κράτησε μέχρι το 1911) που κατέκτησαν την Φορμόζα, τη Μογγολία και το Θιβέτ πριν να αποχωρήσουν, στα μισά του 19ου αιώνα, στην παρακμή, ευνοώντας την ευρωπαϊκή εισβολή στην Κίνα. Με τον πόλεμο του οπίου (1840 - 1842) η Αγγλία πέτυχε το άνοιγμα πέντε κινεζικών λιμανιών για τα πλοία της Δύσης και την απόκτηση του Χονγκ Κονγκ. Στο τέλος της αγγλο-γαλλο-κινεζικής διαμάχης, με τη συνθήκη του Τιεντσίν (1861) έγινε υποχρεωτική η παραχώρηση νέων εδαφών. Εσωτερικές εξεγέρσεις εξασθένησαν ακόμη περισσότερο τη χώρα ( εξέγερση των αγροτών του Τάι-πινγκ, 1850 - 1864), που έχασε ακόμη και το Βιετνάμ (πόλεμος με τη Γαλλία, 1882 - 1883) και την Φορμόζα (πόλεμος με την Ιαπωνία, 1894 - 1895), πριν την ξενόφοβη εξέγερση των Μπόξερς (1900) που έγινε η αιτία μίας νέας εισβολής των ευρωπαϊκών δυνάμεων και νέων παραχωρήσεων. Ακολούθησε η γέννηση ενός δυναμικού κινήματος, εθνικιστικού, μεταρρυθμιστικού, δημοκρατικού, με αρχηγό τον Σαν Γιάτ-σεν. Στο Νότο, εδραιώθηκε η δημοκρατία με εξεγέρσεις (1911 - 1912) , ενώ ο Βορράς, μετά την πτώση της δυναστείας των Μαντσού, παρέμεινε υπό την κυριαρχία των τοπικών στρατιωτικών ηγετών ( οι “κύριοι του πολέμου”), ενάντια στους οποίους συνασπίστηκαν οι εθνικιστές της Κομιντάνγκ και οι υποστηρικτές του νεοσύστατου κομμουνιστικού Κόμματος (1923 - 1927). Αφού πέτυχε τον έλεγχο όλου του εθνικού εδάφους και μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νανκίν, ο συνασπισμός διαλύθηκε και ο συντηρητικός αρχηγός των εθνικιστών, Τσανγκ Κάι-σεκ, στράφηκε ενάντια στους κομμουνιστές, ξεκινώντας ένα νέο εμφύλιο πόλεμο. Παράλληλα με την εξέλιξή του, ανάμεσα στο 1931 και το 1937 οι Γιαπωνέζοι κατέλαβαν τη Μογγολία και τη βόρεια Κίνα, δηλαδή τις περιοχές της Σανγκάι, Νανκίν και Καντόνας. Δημιουργήθηκε τότε ένας νέος συνασπισμός, ενάντια στους Γιαπωνέζους, ανάμεσα στη Κομιντάνγκ και τους κομμουνιστές ( που το 1935 διέφυγαν της ταπείνωσης μεταφερόμενοι όλοι μαζί στις βόρειες περιοχές με τη “μεγάλη πορεία” που την οδήγησε ο Μάο Τσε-τούνγκ ), που κράτησε μέχρι το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Όταν έληξε η διαμάχη, η Κίνα έγινε μέλος του ΟΗΕ στην πλευρά των νικητών. Στο εσωτερικό, ξανάρχισε ο εμφύλιος πόλεμος (1948 - 1949) και η νίκη του στρατού των κομμουνιστών ανάγκασε την εθνικιστική κυβέρνηση του Τσανγκ Κάι-σεκ να βρει καταφύγιο στη Φορμόζα. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, που ανακηρύχτηκε το 1949 από το Μάο Τσε- τούνγκ, πέτυχε την αναγνώριση από την ΕΣΣΔ και τα άλλα κομμουνιστικά Κράτη, καθώς και από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Σουηδία (στη συνέχεια αναγνωρίστηκε και από τις άλλες σκανδιναβικές χώρες, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες, την Ελβετία, την Κούβα και την πλειοψηφία των αφρικανικών και ασιατικών κρατών). Αρχίζοντας τη γεωργική κολεκτιβοποίηση και ένα πρόγραμμα βιομηχανοποίησης, το 1950 η κομμουνιστική Κίνα υπέγραψε μία τριανταετή συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης με τη Σοβιετική Ένωση, και κατά τη διάρκεια του κορεατικού πολέμου (1950 - 1953) προσέφερε σημαντική βοήθεια στη Βόρεια Κορέα. Παρόλα αυτά το σχέδιο αποσταλινοποίησης που άρχισε από το εικοστό συμβούλιο του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης έγιναν εμφανή τα πρώτα σημάδια της κρίσης στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγάλες κομμουνιστικές δυνάμεις καθώς και η προοδευτική διαφοροποίηση του Κινεζικού μοντέλου ανάπτυξης από το Σοβιετικό, και το 1962 ήρθαν σε πλήρη ρήξη. Στο ενδιάμεσο, μετά από μια συμφωνία με την Ινδία ( 1954), η Κίνα πέτυχε την αναγνώριση των συμφερόντων της για το Θιβέτ, το οποίο κατέκτησε αμέσως προωθώντας επομένως τις νέες απαιτήσεις της, συνοδευόμενες από στρατιωτικές επιχειρήσεις, για τη διευθέτηση των συνόρων της με την Ινδία (1962). Το 1960, η εξωτερική πολιτική της Κίνας (το 1964 έριξε την πρώτη ατομική της βόμβα) χαρακτηριζόταν, εκτός από την συνεχόμενη διαφωνία με τις Η.Π.Α., από την εμβάθυνση της διαφωνίας με την Ε.Σ.Σ.Δ.. Την ίδια περίοδο στο εσωτερικό η εκδήλωση της λεγόμενης “πολιτιστικής επανάστασης” (1965 - 1969 ) έδειξε την αρχή μιας μεγάλης κρίσης και σημαντικών αλλαγών στις πολιτικές και οικονομικές τάσεις. Το 1968 ο Λίου Σαο - Τσι απομακρύνθηκε από την πρωθυπουργία, και συγκλήθηκε το ένατο συμβούλιο του Κομμουνιστικού κόμματος που έχρισε Πρόεδρο του κόμματος το Μάο Τσε Τουνγκ και αντιπρόεδρο το Λιν Πίαο, προκαθορισμένο διάδοχο του Μάο. Τον Μάρτιο του 1969 έλαβαν χώρα έντονες συγκρούσεις ανάμεσα στις Κινεζικές και Σοβιετικές δυνάμεις κατά μήκος των συνόρων στον ποταμό Ουσούρι στο νησί Νταμάνσκ. Τον Ιούλιο έγιναν άλλα επεισόδια στο νησί Γκόλντουϊσκι στον ποταμό Αμούρ και τον Αύγουστο στην επαρχεία του Σινκιάνγκ, στην Κεντρική Ασία. Το Σεπτέμβριο ο Κοσίγκιν συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον πρωθυπουργό και Δεύτερο μέλος του καθεστώτος Τσού Εν - Λάϊ, επειδή η διαμάχη ανάμεσα στη Μόσχα και το Πεκίνο είχε φτάσει στα ανώτατα όρια έντασης, και τον Οκτώβριο ξεκίνησαν στο Πεκίνο διάλογοι ανάμεσα στη Ρωσία και την Κίνα για τη λύση του ζητήματος των συνόρων. Το 1971 ο αιφνίδιος και μυστηριώδης θάνατος του Λιν Πίαο έθεσε τέλος στη σύγκρουση ανάμεσα στην πολιτική γραμμή του Πίαο ( προσέγγιση στην Ε.Σ.Σ.Δ. και αντιπάθεια για τις Η.Π.Α.) και αυτή του Τσού Εν - Λάϊ, υποστηρικτή της ειρηνικής συνύπαρξης. Το Σεπτέμβριο του 1972 η συνάντηση στο Πεκίνο ανάμεσα στο Μάο και τον Αμερικανό Πρόεδρο Νίξον έδωσε στην Κίνα επίσημη αναγνώριση ως μεγάλης δύναμης και την εισχώρηση της στον Ο.Η.Ε. στη θέση της Ταϊβάν. Η Κίνα πέρασε μια στιγμή μεγάλης εσωτερικής έντασης μετά το θάνατο του Προέδρου Μάο ( 1976 ), τον οποίο διαδέχτηκε ο Χούα Κούο - Φενγκ. Με την αλλαγή του πολιτικού αρχηγού που διαδέχτηκε ο ηλικιωμένος Τενγκ Χσιάο - Πινγκ, συνεχιστής της ρεαλιστικής πολιτικής γραμμής του Τσού Εν - Λάϊ, εδραιώθηκε μια νέα “τυπική” πορεία που βασίστηκε στη βιομηχανική δύναμη και ανάπτυξη ακόμη και με κίνητρα που είχαν τη μορφή ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Στην εξωτερική πολιτική η νέα Κινέζικη πορεία έθεσε τέλος στη φιλονικία με την Ε.Σ.Σ.Δ. (επίσκεψη του Γκορμπατσόφ στην Κίνα, 1989 ) ανέπτυξε τις σχέσεις με τη Δύση, σε σημείο να ταχθεί εξαιτίας της παρέμβασης του Ο.Η.Ε. ενάντια στο Ιράκ στον πόλεμο του Κόλπου (1991), ενώ κατέστειλε στρατιωτικά το ανεξάρτητο Θιβετιανό κίνημα (1987 - 1988 ). Παρόλα αυτά σαφές παρέμεινε το κλείσιμο στο επίπεδο της πολιτικής δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλλιεργήθηκε με τη στρατιωτική καταστολή των φοιτητικών εκδηλώσεων στην πλατεία Τιέν Αν Μεν στο Πεκίνο με χιλιάδες θύματα ( 1989 ) και από μία επανάληψη των συντηρητικών στοιχείων της διοικητικής κομμουνιστικής ομάδας. Το 1992 ο Τενγκ Χσίαο Πινγκ παραιτήθηκε από όλα τα αξιώματα διατηρώντας όμως ουσιαστικά τον έλεγχο της χώρας, που γνώρισε μία έντονη οικονομική ανάπτυξη και την εκδήλωση κοινωνικών ανομοιοτήτων, επίσης έντονων. Το 1993 ο Τζιάνγκ Τζέμιν εκλέχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι το 1993 εξομαλύνθηκαν κάπως οι σχέσεις με την Ταϊβάν η κατάσταση ανάμεσα στις δύο χώρες παρέμεινε υπερβολικά τεταμένη. 

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 

Γλώσσα. Η Κινέζικη γλώσσα ανήκει στην ομάδα σινο - τάϊ και συγγενεύει με την Θιβετιανή-Βιρμανική ομάδα. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι ο μονοσυλλαβισμός, αλλά σύμφωνα με ορισμένους μελετητές τα αρχαία Κινέζικα θα μπορούσαν να ήταν πολυσυλλαβικά.Λογοτεχνία. Τα πιο παλιά έγγραφα είναι οι προφητικές επιγραφές χαραγμένες σε οστά και κομμάτια ταρταρούγας και επιγραφές σε μπρούντζο και σε πέτρα, κυρίως θρησκευτικού χαρακτήρα ( 14ος - 11ος αιώνα π.Χ.). Με τη δυναστεία των Τσού ( περίπου 1030 - 256 π.Χ.) έχουμε μια λογοτεχνία με θέμα κυρίως φιλοσοφικό. Τα αρχαιότερα κείμενα συγκεντρώθηκαν από τον Κομφούκιο και αντιγράφηκαν αργότερα από τους οπαδούς του. Αναφερόμαστε στους Βου - τσίνγκ ή στους Πέντε κλασσικούς, που είχαν αξιόλογη σημασία για την ανάπτυξη της κουλτούρας και της κινέζικης σκέψης, και στα Τέσσερα βιβλία, έργα ηθικής διδασκαλίας. Στην ίδια δυναστεία ανήκουν επίσης οι πρώτες συλλογές πραγματικών λογοτεχνικών κειμένων: οι Ωδές οι Μαρτυρίες και οι Αλλαγές, θεωρούνται τα πρώτα δείγματα της κινέζικης ποίησης, ιστορίας και φιλοσοφίας. Κατά τη διάρκεια του 4ου π.Χ. αιώνα έχουμε την πρώτη φιγούρα μεγάλου ποιητή, του Τσού Γιου Αν, που είναι συγγραφέας του γνωστού ποιήματος Ανταπόκριση στον πόνο. Στην δυναστεία των Χαν (206 π.Χ. - 220 μ.Χ.) βρίσκουμε τον Σου - μα Τσιέν, τον πρώτο και διασημότερο ιστορικό της Κίνας (Ιστορικές αναμνήσεις, μνημειώδες έργο που αναφέρει την ιστορία τη Κίνας από τις αρχές του 90π.Χ. και που τοποθετεί τις βάσεις της κινέζικης ιστοριογραφίας). Κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών ( ο Κινέζικος Μεσαίωνας: 5ος - 6ος μ.Χ. αιώνας ), με την εδραίωση του Βουδισμού ξαναγεννήθηκε η φιλοσοφική λογοτεχνία. Με την δυναστεία Τανγκ ( 618 - 907 μ.Χ. ) η κινέζικη ποίηση γνώρισε τη χρυσή της εποχή. Μία ανθολογία ποιημάτων Τανγκ, που εκδόθηκε τον 19ο αιώνα, συμπεριλαμβάνει περίπου 49.000 συνθέσεις περισσοτέρων των 2.200 ποιητών. Ο πιο μεγάλος πεζογράφος αυτής της περιόδου είναι ο Χαν Γιού. Υπό τη Μογγολική κυριαρχία των Γιουάν (1279 - 1368 μ.Χ.) γεννήθηκε το πραγματικό θέατρο, στο οποίο συνυπάρχουν το τραγούδι, ο διάλογος και ο χορός. Δημιουργήθηκαν δύο σχολές: η μία στο βορρά ( πέϊ τσι ), η άλλη στο νότο ( Ναν τσι ). Το πιο γνωστό δράμα Γιουάν είναι Το ορφανό της οικογένειας Τσάο. Στους επόμενους αιώνες αναπτύχθηκε με συγκεκριμένο τρόπο η δραστηριότητα των λόγιων, κυρίως εγκυκλοπαιδιστών, και η πεζογραφία ( η Ιστορία των Τριών Βασιλείων, το Λουλούδι της Δαμασκηνιάς σε χρυσό βάζο, η Ανάμνηση του Ταξιδιού στη Δύση, το Όνειρο του Κόκκινου Δωματίου και η μεγάλη συλλογή νουβελών Φανταστικές Αφηγήσεις του Λόγιου Λιάο του Πού Σούνγκ - Λινγκ). Το 1917, μετά τις πολιτικές αλλαγές, εδραιώθηκε επίσης η λογοτεχνική επανάσταση, κατά μεγάλο μέρος με έργο του Τσεν Του - Χσίου και του Χού Σιχ, υποστηρικτή της αναγκαιότητας της αλλαγής, στα λογοτεχνικά έργα, της γραπτής γλώσσας σε σχέση με την ομιλούμενη. Ανάμεσα στις άλλες φιγούρες του αιώνα μας ξεχωρίζουν τα ονόματα των Λού Χσούν, Κούο Μο - γιό, Πα Τσιν, Μάο Τούν. Όσον αφορά το θέατρο, ξεχωρίζουν τα ονόματα των Τιέν Χαν και Τσάο Γιού. Αλλά κυρίως ξεχωρίζει η Όπερα του Πεκίνου, είδος που γεννήθηκε στο τέλος του 18ου αιώνα, τα θεάματα του οποίου είναι μία αρμονική συνύπαρξη του μελοδράματος και του τσίρκο, αναμιγνύοντας σε αυτά το τραγούδι και το διάλογο, τη μουσική και το χορό, τη μιμητική και την ακροβασία. Το θέατρο σκιών και τα θεάματα με μαριονέτες επιστρέφουν στην κινέζικη λαογραφία. Ένα τυπικό παράδειγμα σύγχρονου λυρικού έργου είναι το Κοριτσάκι με τα Aσπρα Μαλλιά, του οποίου υπάρχουν διάφορες εκδόσεις. Μετά το 1976 αφού περιορίστηκε η πολιτική ριζοσπαστική ομάδα, η Κίνα γνώρισε μια περίοδο λογοτεχνικής άνθισης στην οποία εκτός από νέα έργα, εκδόθηκαν έργα απαγορευμένων συγγραφέων στην εποχή της πολιτιστικής επανάστασης και μεταφράστηκαν αριστουργήματα των ξένων λογοτεχνιών. Αυτό το πολιτιστικό άνοιγμα σταμάτησε στα τέλη του 1980 μετά τα γεγονότα στην πλατεία Τιέν Αν Μέν. Παρόλα αυτά η κινέζικη λογοτεχνία γνώρισε μεγάλη επιτυχία στη Δύση χάρη σε μια έντονη δραστηριότητα μετάφρασης και χάρη στην παρουσία στο εξωτερικό ορισμένων διαφωνούντων συγγραφέων, όπως ο Αϊ Πέϊ και ο Μπέϊ Ντάο. Το 1992 οι Αρχές επέτρεψαν εκ νέου τα περιορισμένα ανοίγματα στη Δύση.

ΤΕΧΝΗ

Η κινέζικη τέχνη, προϊόν ενός πολιτισμού που αναπτύχθηκε σε τέσσερις χιλιετίες χωρίς σοβαρές διακοπές και χωρίς σημαντικές επαφές με το εξωτερικό, επιβλήθηκε για την υπερβολική φινέτσα των μορφών, των υλικών (νεφρίτης, πορσελάνη, λάκα) και των τεχνικών ( ζωγραφική σε μετάξι, υάλωση των κεραμικών κτλ ). Μια από τις πιο μεγαλειώδης εκδηλώσεις δόθηκε από τη ζωγραφική, που γίνεται σε ρόλους χαρτιού ή μεταξιού, με ανθρώπινες φιγούρες, τοπία, άνθη, πτηνά, και χαρακτηρίζεται από την υψηλή ποιότητα της εποχής. Όσον αφορά την κεραμική, κινέζικη τιμή είναι η ανακάλυψη της πορσελάνης (υπό τους Τάνγκ, 7ος - 10ος αιώνας ). Η αρχιτεκτονική, που βασίζεται στην παραστάδα και στο ξύλινο δοκάρι, ταυτίζεται με την εισαγωγή του βουδισμού (παγόδες, ναοί και περίπτερα). Αξιόλογες είναι και οι μικρότερες τέχνες από το λακαρισμένο έπιπλο στα μπρούντζινα και στα χαλιά.

 

Back Page        Home Page        Back Page
 Advertised by Ati Advertising on se.gr