ΡΩΣΙΑ
(στα ρωσικά Rossija), Δημοκρατία (Rossijskana Respublika) που εκτείνεται στην ανατολική Ευρώπη και την Ασία. Έκταση: 17.075.400 τ.χλμ, 147.386.000 κατ. Πρωτεύουσα: Μόσχα. Γλώσσα: η ρωσική. Θρησκεία: ορθόδοξοι με μειονότητες καθολικών και διαμαρτυρόμενων, μουσουλμάνων, εβραίων και ανιμιστών. Νόμισμα: το ρούβλι. Σύνορα: συνορεύει με τη Νορβηγία, τη Φινλανδία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λευκορωσία, ένα ρωσικό enclave βρίσκεται μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, στα νοτιοδυτικά συνορεύει με την Ουκρανία, στα νότια με τη Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, τη Μογγολία και την Κίνα, στα βόρεια βλέπει στην Αρκτική Θάλασσα, στα ανατολικά τον Ειρηνικό Ωκεανό, στα δυτικά τη Βαλτική Θάλασσα και στα νότια τη Μαύρη Θάλασσα. Πολίτευμα: προεδρευόμενη δημοκρατία. Διοικητικά διαιρείται σε Νομούς, αυτόνομες Δημοκρατίες, και αυτόνομες διοικητικές περιφέρειες.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Μορφολογία και υδρογραφία. Η περιοχή της Ρωσίας παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία γεωγραφικών τοπίων. Από τα δυτικά προς τα ανατολικά εμφανίζονται διαδοχικά η Σαρματική πεδινή περιοχή και η Δυτική πεδιάδα της Σιβηρίας, το υψίπεδο της Κεντρικής Σιβηρίας και οι περιοχές της Aπω Ανατολής που βλέπουν προς τον Ειρηνικό Ωκεανό. Η Σαρματική πεδινή περιοχή περιλαμβάνει σχεδόν όλο το ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας και παρουσιάζει στο κεντρικό της τμήμα μια σειρά από όρη, όπως το Ριάλτο του Βαλντάι, το Κεντρικό Ρωσικό Ριάλτο, τα υψώματα του Ντόνεκ και του Βόλγα, που συνεχίζουν στα νότια από τα Γεργένια, και καταλήγει στα ανατολικά στην οροσειρά των Ουράλιων, που συνεχίζει στα νότια στα όρη του Μουγκοντζάρι. Ο μεγαλύτερος ποταμός είναι ο Βόλγας που εκβάλλει στην Κασπία Θάλασσα και τα ρεύματα του Όκα, της Βιάτκα, της Κάμα και της Βελάγια. Στην Κασπία Θάλασσα εκβάλλουν οι ποταμοί Ούραλ, και οι καυκάσιοι Τερέκ, Κούρα και Αράξ. Οι άλλοι ποταμοί εκβάλλουν στη θάλασσα του Αζόφ (ο Ντον και ο Ντόνεκ). Στη Βαλτική Θάλασσα κατεβαίνουν ο Νέμα και η Νέβα. Στη Λευκή Θάλασσα ο Ονέγα και ο βόρειος Ντβίνα, στη θάλασσα του Μπάρεντς η Πεκόρα. Στον ισθμό μεταξύ Σαρματικής πεδινής περιοχής και Φοινοσκανδιναβίας εκτείνονται δύο μεγάλες λίμνες, η Λαδόγκα και η Ονέγα. Από τα Ουράλια στα δυτικά, τα υψώματα του Καζακστάν στα νότια, τον Γιενισέι στα ανατολικά ανοίγεται η μεγάλη πεδινή περιοχή της Δυτικής Σιβηρίας, που κλίνει προς την Αρκτική Θάλασσα, και στην οποία κατεβαίνουν τα μεγάλα υδάτινα ρεύματα όπως αυτά των Ομπ, Πουρ, Ταζ, Γιενισέι. Την πεδινή περιοχή της Δυτικής Σιβηρίας διαδέχεται προς τα ανατολικά το υψίπεδο της Κεντρικής Σιβηρίας, που διασχίζεται από κάθε κατεύθυνση από ένα πυκνό δίκτυο κοιλάδων, και που κατηφορίζει στα βόρεια στη Βόρεια πεδινή περιοχή, και στα ανατολικά στο μεγάλο βαθύπεδο της Λένα. Τα νερά της εκβάλλουν όλα στην Αρκτική Θάλασσα μέσω του Γιενισέι, του Κοτούι, του Aναμπαρ, του Όλενεκ και της Λένα. Πέρα από τον τελευταίο ποταμό εκτείνεται η περιοχή που σχηματίζει τη βορειοδυτική κορυφή της Ασίας, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνεται από μια σειρά αλυσίδων (όρη Βερχογιάνσκ, Τσέρσκι, Κολύμα, Αναντύρ, Κοριάκι και αυτή που αποτελεί το σκελετό της χερσονήσου Καμκάτκα) που χωρίζονται από τις περιοχές που διασχίζονται από τους ποταμούς Γιάνα, Ιντιγκίρκα, Κολύμα, που κατευθύνονται όλοι προς την Αρκτική Θάλασσα, ενώ ο Αναντύρ εκβάλλει στον Ειρηνικό Ωκεανό,Κλίμα και βλάστηση. Το κλίμα είναι ηπειρωτικό και γι’ αυτό ομοιόμορφο, με καλοκαίρια θερμά (εκτός από τις πιο βορεινές ζώνες όπου οι θερμοκρασίες είναι συνεχώς χαμηλές) και αρκετά μεγάλους και ψυχρούς χειμώνες. Οι βροχοπτώσεις είναι συχνές στον Καύκασο, στη βόρεια Σαρματική πεδινή περιοχή, μέχρι τα Ουράλια και τις κορυφές Καμτσάτκα και Σαχαλίν. Αλλού είναι αραιές, και στην Aπω Ανατολή φτάνουν στο ελάχιστο (λιγότερο από 200 mm το χρόνο). Η βλάστηση ποικίλλει ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος: την τούνδρα, που εκτείνεται μέχρι την αρκτική ακτή, διαδέχεται μια ζώνη που καταλαμβάνεται από το βόρειο δάσος που συνορεύει στα νότια με τις καλλιεργημένες περιοχές και τις στέππες.Πληθυσμός. Η κύρια εθνική λαϊκή ομάδα είναι οι Μεγαλορώσοι που αποτελούν το 83% περίπου του συνολικού πληθυσμού. Υπάρχουν και φιννικές κοινότητες (στα σύνορα με τη Φινλανδία), φιννο-μογγολικοί πληθυσμοί (στα λεκανοπέδια των ποταμών Ομπ και Γιενισέι), Λάππωνες και Σαμογέτες (μογγόλοι), ταταρικοί πυρήνες (στην κατώτερη λεκάνη του Βόλγα), ενώ στη Σιβηρία, δίπλα σε λίγους Παλαιοσιβήριους, ζουν οι Εσκιμώοι, οι Βουριάτοι, οι Τουνγούσιοι και οι Γιακούτοι, όλοι της μογγολικής φυλής. Η μεγαλύτερη πυκνότητα συγκεντρώνεται στο λεκανοπέδιο της Μόσχας και στις αγροτικές και βιομηχανικές περιοχές του ευρωπαϊκού τμήματος, αλλά η κυβέρνηση στην σοβιετική εποχή υποστήριξε με κάθε μέσο τη μετακίνηση του πληθυσμού προς τη Σιβηρία όπου εμφανίζονται νέες πιονερίστικες εγκαταστάσεις. Πέρα από τη Μόσχα. Την πρωτεύουσα που έχει 9 εκατομμύρια κατοίκους, και την Αγία πετρούπολη, της οποίας η μητροπολιτική περιοχή έχει πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους, οι κυριότερες πόλεις είναι οι: Νοβογκόροντ, Ροστόβ, Καρίτσιν, Αικατείνμπουργκ, Νοβοσίμπιρσκ, Τσελιαμπινσκ, Καζάν, Ομσκ και Σαμάρα.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η κρίση του κομουνιστικού καθεστώτος και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 αποτέλεσαν την αρχή μιας πολύπλοκης και δύσκολης περιόδου μετασχηματισμού του εσωτερικού οικονομικού συστήματος της Ρωσίας (όπως και των άλλων πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών), που έπρεπε να απαγκιστρωθεί από τα αποπνικτικά όρια ενός σκληρού κεντροποιημένου και γραφειοκρατικού σχεδιασμού για να ανοιχτεί σε μεθόδους παραγωγής πιο αποτελεσματικούς και εύκαμπτους, που να λαμβάνουν υπ’ όψην τους τους εμπορικούς νόμους και να αξιοποιούν την ατομική ή ιδιωτική πρωτοβουλία. Ο στόχος είναι να ξεπεραστεί η μεγάλη οικονομική κασθυστέρηση της σοβιετικής περιόδου σε σχέση με την οικονομία των μοντέρνων βιομηχανικών δημοκρατιών, αλλά αυτή η κολοσσιαία προσπάθεια αλλαγής οδήγησε, και οδηγεί ακόμη, σε πολιτικές αντιθέσεις και δραματικές κοινωνικές εντάσεις, όπως αποδείχτηκε με την απελευθέρωση των τιμών που έγινε τον Ιανουάριο του 1992. Πρέπει να ξεπεραστούν οι σοσιαλιστικές μορφές, με τις οποίες το μονοπώλιο των οικονομικών δραστηριοτήτων διατηρούνταν από το κράτος (στη βιομηχανία, το εμπόριο, τις υπηρεσίες, στο 1/5 της γεωργικής επιφάνειας) και από τους συνεταιρισμούς (τα kolchoz στη γεωργία), έτσι ώστε να ανατεθεί η γη και τα πρόσοδά της στην ατομική ιδιοκτησία των πολιτών, ξεπερνώντας έτσι την πολύ χαμηλή απόδοση της κολλεκτιβοποιημένης γεωργίας, που αποτελεί ένα από τα πιο δραματικά προβλήματα της οικονομίας της μετασοβιετικής περιόδου και να επιτραπεί η δημιουργία ελεύθερων επιχειρήσεων και μιας χρηματοδοτικής αγοράς. Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζεται είναι η χαμηλή παραγωγικότητα και η τεχνολογικο-οργανωτική καθυστέρηση του βιομηχανικού τομέα: τα κριτήρια διαχείρισης πρέπει να περάσουν από την πραγματοποίηση των στόχων στις μεμονωμένες επιχειρήσεις από τα κεντρικά γραφεία σχεδιασμού στην ισορροπία εσόδων-εξόδων σύμφωνα με τη λογική της προσφοράς και της ζήτησης. Η κατανομή και η μεταφορά των εμπορευμάτων και το δίκτυο κατανομής αποτελούν έναν άλλο τομέα-κλειδί στον οποίο επικεντρώνονται οι ανάγκες της αλλαγής: οι τεράστιες ελλείψεις στον τομέα αυτό όχι μόνον δημιουργούν και οδηγούν σε υπερβολικές δαπάνες, αλλά συχνά δημιουργούν σοβαρά προβλήματα εφοδιασμού και καταστάσεις πραγματικής ανεπάρκειας. Στο επίπεδο των παραγωγικών προσανατολισμών γίνεται προσπάθεια μετατροπής της παραγωγής που μέχρι χθες χρηματοδοτούνταν κυρίως από τη διατήρηση του ρόλου μεγάλης ισχύος της ΕΣΣΔ, ωφελώντας τους τομείς της βαριάς βιομηχανίας και αυτούς που συνδέονται με τις στρατιωτικές ανάγκες, σε μια παραγωγή που να ικανοποιεί τη ζήτηση των καταναλωτικών αγαθών και της καλυτέρευσης της ποιότητας ζωής των πολιτών. Πρέπει τέλος να βρεθούν μορφές οικονομικής ανταλλαγής και συμπλήρωσης με άλλες πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, που να ξεπερνούν τις μονόπλευρες τοπικές βιομηχανίες και παραγωγικών διαιρέσεων που να επιβάλλονται από τον κεντρικό σοβιετικό σχεδιασμό. Όμως, παρά τα τεράστια προβλήματα και την οικονομικη κρίση στην οποία βρίσκεται (μόνο περιθωριακά βοηθούμενης από τις χορηγήσεις των δυτικών χωρών), η Ρωσία παραμένει λόγω της ευρύτητας της περιοχής και της αφθονίας σε πρώτες ύλες και φυσικούς πόρους ένα από τα πιο ισχυρά κράτη του κόσμου. Η γεωργία είναι πιο ανεπτυγμένη στην κεντρική ζώνη όπου το γόνιμο έδαφος και τα μεγάλα αρδευτικά έργα επιτρέπουν τη μεγάλη παραγωγή πατάτας, λινού, κάναβης, δημητριακών. Το δάσος των κωνοφόρων, πιο βόρεια, είναι εκμεταλλεύσιμο μόνο κατά μήκος των ποταμών, όπου είναι δυνατή η μεταφορά της ξυλείας μέσω των ρευμάτων των ποταμών. Οι πηγές των ορυκτών είναι άφθονες και ποικίλες:στην πρώτη θέση βρίσκεται το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο (σε διάφορα κοιτάσματα που εκτείνονται από τα υψώματα του Βόλγα μέχρι την Κισκαυκασία), των οποίων είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο, μετά έρχεται ο άνθρακας (λεκάνη της Μόσχας, Ουράλια, λεκάνη του Γιενισέι, της Λένα, της Πέκορα, του Κούτζνεκ, του Τσερέμχοβο, του Μινούνσισκ, του Τσίτα, του Σρετένσκ και της Καμτσάτκα), του οποίου είναι ο τρίτος παραγωγός στον κόσμο, και ο σίδηρος (Κερτς, Ουράλια, και άλλα κοιτάσματα στην Ασία), του οποίου είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός. Στις πρώτες θέσεις του κόσμου βρίσκεται η παραγωγή νικέλιου, τουνγστένιου, χρωμίτη, χρυσού, υδραργύρου,τσίγγου, ασημιού, πλατίνας, ποτασσικών αλάτων, αμίαντου κ. ά. Τεράστια είναι η παραγωγή βωξίτη, αντιμόνιου, μολυβδένιου, πολύτιμων λίθων (σμαράγδια στα Ουράλια, διαμάντια, των οποίων είναι ο δεύτερος παραγωγός στον κόσμο, στην ανατολική Σιβηρία). Μεγάλες υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις στο Βόλγα και στα ασιατικά ποτάμια παράγουν, εκτός από τις θερμικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις, την ηλεκτρική ενέργεια για τη βιομηχανία, που αφορά κυρίως στο σιδηρουργικό τομέα στη ζώνη της Μόσχας και των Ουράλιων, στον ηλεκτρομαγνητικό τομέα και στο μηχανικό τομέα (γεωργικές μηχανές, αυτοκινητοβιομηχανίες, βιομηχανίες σιδηροδρομικού υλικού, αεροπλάνων, ναυπηγικές βιομηχανίες), στην περιοχή της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, και στο χημικό τομέα (ίνες, λάστιχα). 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι πρώτες εγκαταστάσεις, που μαρτυρούν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, ανάγονται στην Παλαιολιθική εποχή: αυτές αφορούν κυρίως στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, με το κάτω ρεύμα του Ντον, του Δνείστερου, του Δνείπερου και του Βόλγα. Στην ιστορική εποχή, ο Ηρόδοτος (5ος αι. π. Χ.) αναφέρει πληροφορίες σχετικά με πληθυσμούς που ζούσαν γύρω από τον Ντον: οι Σχίτες υπέστησαν την εισβολή των Σαρμάτιων και αυτοί τον 4ο αι. μ. Χ. απορροφήθηκαν από τους Γότθους ή από τους Ούνους. Τον 6ο αιώνα, παρασυρόμενοι από μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, εμφανίστηκαν οι σλαβικές φυλές. Τα πρώτα στοιχεία ρώσικου πολιτισμού ανάγονται στα μέσα περίπου του 9ου αιώνα. Στην ακμή του βασιλείου του Ρους και του πολιτικού του κέντρου του πλούσιου Κιέβου, ήρθαν σε επαφή με το Βυζάντιο. Στις σλαβικές φυλές είχε ανατεθεί η συνδετική λειτουργία των πληθυσμών που προέρχονταν από τη σκανδιναβική χερσόνησο, τους Βαριάγους, που εμφανίστηκαν τον 8ο αιώνα μέσω της Βαλτικής, με αρχηγό τον Ριούρικ. Το πρώτο τους κέντρο ήταν το Νοβογκόροντ. Το Κίεβο, πιο νότια, διάλεξε ο πρώτος διάδοχος του Ριούρικ, ο Όλεγκ ο Σοφός (ή ο Aγιος). Με βάση αυτές τις ρίζες εξαπλώθηκε αργότερα με ορμή ο χριστιανικός πολιτισμός ως επακόλουθο του προσηλυτισμού στο χριστιανισμό των Σλάβων της ανατολής που έγινε το 998 από τον Βλαδίμηρο Α΄. Τον επόμενο αιώνα ακολούθησαν το σχίσμα του Μιχαήλ Κερουλάριου. Η κυριαρχία του Κιέβου διήρκεσε δυόμισυ αιώνες. Στη συνέχεια το κράτος παρήκμασε και διαιρέθηκε σε αντίπαλα μέρη (Νόβγκοροντ, Σουζντάλ, Γκάλιτς). Στιγμές αίγλης είχε (13ος αιώνας) το Νόβγκοροντ, κέντρο της εμπορικής δραστηριότητας μεταξύ της Ανατολής και του Βορά. Μάταιη ήταν όμως η αντίσταση του μετώπου στη μογγολική εισβολή που προήλθε από την Ανατολή που παρέσυρε, από το 1223 έως το 1242, όλη τη κεντρική και νότια Ρωσία. Από τότε οι Ρώσοι ηγεμόνες έπρεπε να πληρώνουν φόρο στο Μεγάλο Χαν. Ως επακόλουθο τς διαίρεσης του κράτους του Βλαδίμηρου, αναδεικνυόταν το κρατίδιο της Μόσχας, της οποίας οι ηγεμόνες οδηγούμενοι από τον Ιβάν Γ΄ υποδουλώθηκαν στην πληρωμή φόρου στον Χαν (1480). Ο Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός, παίρνοντας το 1547 τον τίτλο του τσάρου, παρουσιάστηκε επίσημα ως κληρονόμος της παρηκμασμένης Βυζαντινής Αυτοκρατρίας. Διεύρυνε τα σύνορα φτάνοντας στα ανατολικά την Κασπία Θάλασσα και στα βόρεια στη Λευκή Θάλασσα. Μετά το θάνατό του και τη σύντομη βασιλεία του Θεόδωρου Α΄, οι ευγενείς αντέδρασαν βίαια κατά του απολυταρχισμού στη διάρκεια της βασιλείας του Μπόρις Γκοντούνωφ (1598-1605). Το 1613 όμως, με την υποστήριξη της μικρής τάξης των ευγενών, επικράτησε τελικά ο νεαρός Μιχαήλ Ρομανώφ, που ίδρυσε μια νέα δυναστεία. Με τον Μιχαήλ και τους διαδόχους του αυξήθηκε η δύναμη του τσάρου, με τη δήμευση των αγαθών της Εκκλησίας, την άρνηση οποιουδήποτε δικαιώματος στους ευγενείς, τη διάδοση και ενίσχυση του θεσμού της λαϊκής δουλείας. Η Ρωσία ήταν ήδη σε μεταρρυθμιστική περίοδο όταν ο Μέγας Πέτρος (1672-1725) ανέλαβε την εξουσία δίνοντας μεγάλη ώθηση στην εξάπλωση της Αυτοκρατορίας. Καθοριστική ήταν η κατάκτηση της εκβολής στη Βαλτική Θάλασσα, όπου στην πηγή του Νέβα ο τσάρος ίδρυσε το 1703 την πόλη που ονόμασε Αγία Πετρούπολη, πρωτεύουσα του κράτους από το 1713. Αυτό του ήταν δυνατό λόγω των νικών του επί των Σουηδών, από τους οποίους πήρε την Καρέλια, την Ινγκρία, την Εσθονία και τη Λισθονία, καθιστώντας έτσι τη Ρωσία βαλτική δύναμη. Το ίδιο σημαντικές ήταν οι ολοκληρωτικές μεταρρυθμίσεις του Πέτρου: δημιούργησε στόλο, αναδιοργάνωσε το στρατό κι ενίσχυσε την κεντρική δύναμη, εισήγαγε και το ιουλιανό ημερολόγιο και πήρε τον τίτλο του αυτοκράτορα της Ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτές και άλλες μερταρρυθμίσεις προκάλεσαν την αντίθεση των συντηρητικών μελών. Με την Αικατερίνη Β΄, που έθεσε τέλος στον Επταετή πόλεμο, έγιναν προσπάθειες εκσυγχρονισμού της Ρωσίας με αφορμή τις ιδέεες των διαφωτιστών, αλλά η αντίσταση των συντηρητικών τάξεων εμπόδισε μία επωφελή και οργανική εργασία και οι ευγενείς απέκτησαν μεγαλύτερα προνόμια, σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννηθεί από το λαό η βίαιη εξέγερση του Πουγκάτσεφ, που διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα και πνίγηκε στο αίμα το 1774. Η Αικατερίνη Β΄ πέτυχε τις μεγαλύτερες νίκες σε διεθνές επίπεδο παίρνοντας από τους Τούρκους την περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Δνείπερο και Κουμπάν και αποκτώντας το δικαίωμα ελεύθερης πλεύσης στη Μαύρη Θάλασσα και την προστασία των χριστιανών της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκτός από την κατάκτηση Η πολιτική της Αικατερίνης Β΄ ήταν εχθρική απέναντι στην επαναστατική Γαλλία και οι διάδοχοί της, Παύλος Α΄ και Αλέξανδρος Α΄, πήραν μέρος, χωρίς όμως επιτυχία, στους αντιγαλλικούς συνασπισμούς.(1798- 1799). Αφού σύναψε στο Τίλσιτ την ειρήνη με τον Ναπολέοντα Α΄ (1807), ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ συμμάχησε με τον παλιό αντίπαλό του και πήραν από τους Σουηδούς όλη τη Φινλανδία (1809) και από τους Τούρκους τη Βεσσαραβία (1812). Όταν αργότερα ο γάλλος αυτοκράτορας εισέβαλε στη Ρωσία, αυτός τον άφησε να φτάσει μέχρι τη Μόσχα, απ’ όπου τον έδιωξε το χειμώνα του ίδιου χρόνου (1812). Με τις συνθήκες της Βιέννης, που ήταν τα επακόλουθα της πτώσης του Ναπολέοντα, ο τσάρος πήρε από την Αυστρία και την Πρωσία το μεγαλύτερο μέρος της Πολωνίας (1815). Οι μεταρρυθμίσεις που είχε πραγματοποιήσει ο Αλέξανδρος τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του παρήκμασαν. Με τη θέσπιση της Ιερής Συμμαχίας (1815) η Ρωσία έγινε η βάση της ευρωπαϊκής αντίδρασης. Οι επαναστάσεις της Πολωνίας (1831) και της Ουγγαρίας (1848) καταπνίγηκαν. Η Ρωσία υποστήριξε τα χριστιανικά έθνη, με σκοπό να εξασφαλίσει την κυριαρχία της στη βαλκανική χερσόνησο, αλλά η πολιτική αυτή προκάλεσε μια σοβαρή ΄’ηττα στον πόλεμο της Κριμαίας (1852-1856). Ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ κατήργησε τη λαϊκή δουλεία, αλλά έπεσε θύμα μιας απόπειρας την παραμονή της παραχώρησης στη Ρωσία ενός Συντάγματος. Με τους δύο τελευταίους άρχοντες, τον Αλέξανδρο Γ΄ και τον Νικόλαο Β΄, καταλήφθηκαν το Πορτ Aρθουρ (1898) και η Μαντσουρία (1900), που πάρθηκαν εκ νέου από την Κίνα. Η φιλοδοξία να καταληφθεί το βασίλειο της Κορέας εγκαταλείφθηκε λόγω των σοβαρών ηττών από την Ιαπωνία (1904-1905). Πολλοί λόγοι δυσαρέσκειας προκάλεσαν ένα επαναστατικό κίνημα, που υποχρέωσε τον Νικόλαο Β΄ να παραχωρήσει το Σύνταγμα (1906). Το 1914, ως επακόλουθο του τελεσίγραφου του Σαράγιεβο, η Ρωσία κήρυξε γενική επιστράτευση και κατέβηκε στη μάχη στο ξέσπασαμα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου στο πλευρό της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Τις αρχικές νίκες εναντίον των Αυστρο-ουγγρικών στρατευμάτων ακολούθησαν οι μεγάλες ΄ήττες εναντίον των γερμανικών, που μπόρεσαν να εισβάλουν στην Πολωνία και να προχωρήσουν παραπέρα. Το 1917 η Ρωσική Επανάσταση οδήγησε στην πτώση του τσάρου και στη δημιουργία μιας κομουνιστικής κυβέρνησης που έδωσε ζωή στην ΕΣΣΔ, της οποίας η Ρωσία (χωρίς τα τσαρικά εδάφη, όπου ο πληθυσμός δεν ήταν μεγαλορώσοι) αποτέλεσε μία από τις ομοσπονδιακές δημοκρατίες, την πιο μεγάλη και σημαντική, που επικράτησε στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η κρίση του κομουνιστικού καθεστώτος στην ΕΣΣΔ και το χτύπημα από τους συντηρητικούς κομουνιστές τον Αύγουστο του 1991 είχε ως πρωταγωνιστή τον Πρόεδρο της Ρωσικής Δημοκρατίας, το δημοκρατικό και ριζοσπαστικό Έλτσιν. Αυτός, έχοντας αποκτήσει κύρος καθώς ενήργησε έτσι ώστε ν’ αποτύχει το χτύπημα, επέβαλε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, υποβάλλοντάς την, μεταξύ άλλων στη μόνιμη έδρα του Συμβουλίου Ασφαλείας της ΟΗΕ. Για να διατηρήσει μια σχέση, πράγμα δύσκολο λόγω των εθνικών και οικονομικών εντάσεων, με τις άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, ο Γιέλτσιν προώθησε τη δημιουργία της Κοινότητας των Ανεξάρτητων Κρατών. Η απελευθέρωση των τιμών, που έγινε στη Ρωσία για το πέρασμα στην οικονομία της αγοράς, δημιούργησε μεγάλες ανισότητες και κοινωνικές εντάσεις. Το 1993 άρχισε μια θεσμική κρίση, που κορυφώθηκε σε μια προσπάθεια χτυπήματος του κράτους εκ μέρους του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, Ρουτζκόι, και του προέδρου του κοινοβουλίου Κασμπουλατώφ, που κατεστάλη από τον Γιέλτσιν με τη βοήθεια του στρατού (3-4 Οκτωβρίου). Στις επόμενες νομοθετικές εκλογές (12 Δεκεμβρίου 1993) έγινε μία ανάδειξη των υπερεθνικιστών και των πρώην κομουνιστών. Το 1994 ο Γιέλτσιν κάλεσε στην κυβέρνηση τον συντηρητικό Τσερνομυρντίν, που υποστηριζόταν από το στρατό, που επιβράδυνε την οικονομική μεταρρύθμιση και εφάρμοσε την πολιτική ενίσχυσης της δύναμης της χώρας. Μία σκληρή μάχη στο τέλος του 1994 άρχισε με την αυτόνομη δημοκρατία της Τσετσενίας, μουσουλμανικής δημοκρατίας: στην απόφασή της να ανακηρυχθεί ανεξάρτητη, ο Γιέλτσιν απάντησε με την καταστολή της εξέγερσης από το στρατό, που προκάλεσε χιλιάδες θανάτους και με τη σειρά του υπέστη σοβαρές ζημιές, χωρίς όμως να καταφέρει να καταπνίξει οριστικά την τσετσενική αντίσταση. Το 1995, παρά τις προσπάθειες να εξασφαλίσει τη δημοτικότητά του, ο Γιέλτσιν συνέχισε να χάνει το κύρος του λόγω της ανικανότητας να λύσει το πρόβλημα της τσετσενικής κρίσης και λόγω της αδυναμίας να σταματήσει την οικονομική κρίση. Το 1996 όμως, αφού έγιναν οι διαπραγματεύσεις για την αποχώρηση των ρωσικων στρατευμάτων από την Τσετσενία, ο Γιέλτσιν κατάφερε να επικρατήσει στην προεδρία της Ομοσπονδίας. 

ΓΛΩΣΣΑ

Τα ρωσικά, λόγω του αριθμού του πληθυσμού που τα μιλάει και της αξιόλογης λόγοτεχνίας, είναι η πιο σημαντική από τις σλαβικές γλώσσες, που δημιουργεί, μαζί με τα ουκρανικά και τα λευκορωσικά, την ανατολική ομάδα. Μπορούν να διακριθούν τρεις χρονολογικές φάσεις: τα αρχαία ρωσικά (11ος-15ος αι), τα μέσα ρωσικά (16ος-17ος αι) και τα μοντέρνα ρωσικά (από τον 18ο αι). Η λογοτεχνική γλώσσα, που αναπτύχθηκε από τα παλαιοσλαβικά, από τα οποία έγινε όλο και περισσότερο αυτόνομη και ανεξάρτητη, στερεοποιήθηκε αποκλειστικά με βάση την κεντρική διάλεκτο της Μόσχας. Τα ρωσικά γράφονται στην κυριλλική αλφάβητο: η τελευταία ορθογραφική μεταρρύθμιση, το 1918, πήρε μερικά γράμματα της αλφαβήτου και έκανε άλλες μετατροπές που απλοποίησαν το σύστημα γραφής.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Μεγάλη σημασία έχει, στο όχι και τόσο πλούσιο πανόραμα της ρωσικής λογοτεχνίας, το έργο “Η εκστρατεία του Ιγκόρ”, ανώνυμο έργο, που χρονολογείται γύρω στο 1185-1187, το πιο σημαντικό μεσαιωνικό κείμενο. Το πρώτο πραγματικό αριστούργημα της ρωσικής λογοτεχνίας είναι το έργο “Η ζωή του πρωθιερέα Αβάκουμ που γράφηκε απ’ τον ίδιο” (1672-1673). Μια λογοτεχνική ανάπτυξη με μοντέρνα και ευρωπαϊκή κατεύθυνση άρχισε με το Μεγάλο Πέτρο και τις μεταρρυθμίσεις του. Ο Λομονόσωφ, ιδρυτής της ρωσικής επιστήμης και του πολιτισμού, συνέβαλε σημαντικά και στην εξέλιξη της γλώσσας και της λογοτεχνίας. Aρχισαν λοιπόν να εμφανίζονται λαϊκά διηγήματα, λυρικά ερωτικά ποιήματα και με τον Καντεμίρ, τον πρώτο ρώσο κλασικιστή, γεννιέται η σάτιρα. Ο κλασικισμός εκφράζεται με εξαιρετικό τρόπο στα έργα του Τρεντιακόφσκι, τον Σουμακόροβ και γενικά στην παραγωγή της εποχής της Αικατερίνης. Καινούργιες ιδέες γεννιούνται στα έργα των Φονβιτζίν, Νοβίκωφ, Ράντιτσεφ και με το έργο της πιο αντιπροσωπευτικής προσωπικότητας της επίσημης λογοτεχνίας, και με τον Κρυλώφ, αντικλασικιστή και επικριτή των ηθών, η λογοτεχνία εμπλουτίζεται από διαφορετικές συμβολές. Στις αρχές του 19ου αιώνα αρχίζει να αναδεικνύεται στη Ρωσία ο Ρομαντισμός, ενώ οι κλασικιστές έχουν στον Βατιούσκοβ τον μεγαλύτερο επίγονό τους. Ο Ρομαντισμός εκπροσωπείται κυρίως από τους Ζουκόφσκι, Οντοέφσκι, Βεστούντζεφ-Μαρλίνσκι, από τους δεκαβριστές, από τον Τζακόσιν. Ερμηνευτής των ιδεών και των ελπίδων της κοινωνίας της εποχής εκείνης ήταν ο Γκριμποέντοβ. Η λογοτεχνία του 19ου αιώνα βρίσκει στον Πούσκιν τον πρώτο μεγάλο ερμηνευτή της και την πιο αντιπροσωπευτική μορφή του εθνικού πνεύματος. Με τον Λερμοντώφ, τον Πούσκιν και τον Αξάκωφ αρχίζει η μεγάλη πορεία του διηγήματος του 19ου αι., που έχει ξεκινήσει με τον Γκόγκολ και έχει δεχτεί πολλές προτάσεις και συμβολές. Το πρώτο μισό του αιώνα χαρακτηρίζεται από μια έντονη λογοτεχνική δραστηριόττητα, ακόμη και στον τομέα της κριτικής (Μπερλίνσκι, Χέρτζεν). Κριτικοί και λογοτέχνες ήταν οι δημοκρατικοί Ντομπρολιούμπωφ και Τσερνισέβσκι, ενώ η διαλεκτική μεταξύ των διαφορετικών πεποιθήσεων αρθρωνόταν στα έργα σχεδόν όλων των μεγαλυτέρων συγγραφέων του αιώνα. Στα μυθιστορήματα του Γκοντσαρώφ διαγράφεται η ρωσική κοινωνία της περιόδου από το 1840 έως το 1870, της οποίας τις ιδέες και απόψεις εκπροσωπούν και τα έργα του Τουργκένιεφ. Σύγχρονοι είναι οι Οστρόφσκι, Λέσκωφ, Σαλτίκωφ-Σκεντρίν. Τέλος, συμπληρώνουν το πανόραμνα του διηγήματος της εποχής οι νατουραλιστές, που επηρεάστηκαν από το λαϊκισμό. Ακόμη και η ποίηση έχει νέα ανάπτυξη με τον Μπενεντικτώφ και κυρίως, με τους Τιούτσεφ και Φετ-Σενσίν, πρόδρομο των συμβολιστών. Αυτούς ακολούθησαν οι Μάικωφ, Πολόνσκι, Τολστόι, Νεκράσωφ. Αλλά οι συγγραφείς στους οποίους εκφράστηκε εξαίρετα το ρωσικό πνεύμα, οι μεγαλύτεροι του αιώνα, ήταν ο Ντοστογιέφσκι και ο Τολστόι. Η σύγχρονη εποχή, με τις αγωνίες της, την αβεβαιότητά της και τη μονοτονία μιας ζωής χωρίς ιδανικά, εκφράζεται στα έργα του Τσέχωφ και, αργότερα, του Μπούνιν. Ο Γκόρσκι, του οποίου τα έργα προανήγγειλαν και ακολούθησαν την Επανάσταση, αντιπροσωπεύει αντίθετα το ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που ενισχύθηκε με τις δυνάμεις της λαϊκής Ρωσίας που ανέβαινε όλο και περισσότερο. Στο τέλος του αιώνα η ποίηση περνά με το συμβολισμό μια εποχή γονιμότητας και πλούτου με τους Μπριούσωφ, Ιβάνωφ και, κυρίως με τον Μλοκ, που είναι ίσως ο πιο σημαντικός ρώσος ποιητής του 20ού αιώνα. Από τις πολλαπλές τάσεις και ρεύματα που ακολούθησαν το συμβολισμό αναδεικνύονται προσωπικότητες ευρωπαϊκής εμβέλειας, όπως οι Μαγιακόφσκι, Εσένιν, Μάντελσταμ, Κοντάσεβιτς, Μαρίνα Κβεντάεβα, Βουλγακώφ, Aννα Αχμάτοβα και Μπόρις Πάστερνακ. Η πλούσια παραγωγή της ρωσικής μεταεπαναστατικής λογοτεχνίας έχει πολυάριθμους αφηγηματογράφους, όπως οι Φαντέεφ, Τολστόι, Καβέριν, Φέντιν, Έρενμπουργκ, Λεονώφ, Παουστόφσκι, Ιβάνωφ, Γκριν, και μοναδικές εκφράσεις στα έργα των Ζαμιάτιν, Πίλνιακ, Βάβελ, Ολέσα, Ζοτσένκο, Πλατόνωφ και Σολοχώφ. Εκτός από το Μαγιακόφσκι και τον Βουλγακώφ, φέρουν στο θέατρο το μήνυμα της Επανάστασης οι Τρενέφ, Αφινογκένωφ, Βισνέφσκι, Ζαμιάτιν, Λεονώφ. Ταυτόχρονα, ακμάζουν οι πρωτοποριακές πρωτοβουλίες (Εβρέϊνωφ, Μέγιερκολντ, Στανισλάφσκι). Ύστερα όμως από την πυρεττώδη αυτή εποχή, ενεργοποιήθηκε και στο λογοτεχνικό τομέα το όργανο της λογοκρισίας: μόνο μετά το θάνατο του Στάλιν και το 20ό Συνέδριο του PCUS η ρωσική λογοτεχνία ανέκτησε την αρχική φωνή της. Οι Εβτουτσένκο, Ταρντόφσκι, Σολτζενίτσιν (που διάλεξε το δρόμο της εξορίας) ανανέωσαν τη ρωσική διηγηματογραφία του 19ου αι.. Παράλληλα μ’ αυτούς και άλλους συγγραφείς, όπως οι Νεκρασώφ, Μπαλκάνωφ, Καζακώφ, Ροζώφ, εξελισσόταν η δράση του samizdat, παράνομης τύπωσης των διαφωνούντων (Γκριγκορένκο, Αμάλρικ, Σινιάφσκι).

ΤΕΧΝΗ

Μετά τις πρώτες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που εξελίχθηκαν στο Κίεβο, με την επέκταση του χριστιανισμού, και αργότερα στη Μόσχα και στην Πετρούπολη, τον 19ο -20ό αι. παρατηρείται σιγά-σιγά στα μεμονωμένα κρατίδια το ξεπέρασμα των μεσαιωνικών παραδόσεων και, κυρίως με τη δημιουργία του σοβιετικού καθεστώτος, πραγματοποιείται μια ενιαία, εθνική και λαϊκή μορφή ρωσικής τέχνης. Σε γενικές γραμμές η εξέλιξη της ρωσικής τέχνης μπορεί να διαιρεθεί σε έξι φάσεις: 1) Ελληνοσιιτική τέχνη: αναπτύσσεται στην Κριμαία υπό την επιρροή των ελληνικών αποικιών του Εύξεινου Πόντου. 2) Βυζαντινή τέχνη: αρχίζει από τον 11ο αιώνα και αναπτύσσεται, κατά μήκος της πορείας των καραβανιών, γνωστή ως ‘δρόμος των Βαριάγκι’, από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Βαλτική. Τα πιο σημαντικά κέντρα ήταν το Κίεβο και το Νοβογκόροντ. 3) Μοσχοβίτικη τέχνη: η Μόσχα ήταν το κέντρο της θρησκευτικής και πολιτικής δραστηριότητας του 15ου αιώνα. Η μοσχοβίτικη τέχνη αναπτύχθηκε υπό την επιρροή της ιταλικής Αναγέννησης. 4) Τέχνη της Πετρούπολης: αρχίζοντας τον 18ο αιώνα, υπό τον Μεγάλο Πέτρο που διέταξε τη δημιουργία της νέας πρωτεύουσας, η Πετρούπολη δέχτηκε αρχικά την ολλανδική επιρροή (για το σχέδιο πόλης είχε πρότυπο το Aμστερνταμ), που εμπλουτίστηκε από το μπαρόκ και τις ιδιαίτερες καλλιτεχνικές εμπειρίες κάθε τμήματος της Ευρώπης, κυρίως του ιταλικού, που εισήγαγαν πρώτα το μπαρόκ κι ύστερα το νεοκλασικισμό. 5) Ρομαντική περίοδος: ανάμεσα στα τέλη του 18ου αι και τις αρχές του 19ου αι. το νεοκλασικό στοιχείο που επικρατούσε τονίστηκε με μεγαλοπρεπή μοτίβα που εμπνεύστηκαν από τον ελληνικό κλασικισμό και με τάσεις προς τη μεγαλοπρέπεια και τη ρητορική. 6) Σοβιετική τέχνη: μετά την Επανάσταση η νέα αρχιτεκτονική προσανατολίστηκε αρχικά στις ανανεωτικές ανάγκες και στην ανάγκη ικανοποίησης συλλογικών αναγκών: σχολεία, βιβλιοθήκες, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, σιδηροδρομικούς σταθμούς κ. τ. λ. Στη συνέχεια επέστρεψε σ’ έναν νεοκλασικισμό με τον οποίο θέλησε να εκφράσει τις νέες κατακτήσεις της σοβιετικής κοινωνίας. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τέθηκε το πρόβλημα της αναδόμησης ολόκληρων περιοχών που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο. Μεγάλη αξία αποκτά η πολεοδομία. Εγκαταλήφθηκε το νεοκλασικό στυλ που άνθισε για μια πιο λειτουργική αρχιτεκτονική, στην οποία όμως δεν υπάρχει ένα εθνικό στυλ. Η ζωγραφική, στην αρχή πλούσια σε ανανεωτικές προτάσεις αφηρημένης προέλευσης, σταμάτησε αργότερα σ’ αυτές τις τάσεις που θεωρούνταν, από τις επίσημες αρχές, τυπικές της τέχνης της αστικής τάξης και όχι κατάλληλες για να εκφράσουν τη νέα σοσιαλιστική πραγματικότητα. Στην αναγέννηση του ρεαλισμού πήραν μέρος παλιοί δάσκαλοι όπως ο προσωπογράφος Νεστέρωφ και καλλιτέχνες που είχαν εμφανιστεί πριν την Επανάσταση (Κονταλόφσκι, Μασκώφ, Γκερασίμωφ και άλλοι). Στον τομέα της γλυπτικής έγινε το πέρασμα από τον πειραματισμό (Τάτλιν) στον εξπρεσιονισμό (Ντεϊνέκα) και στο ρεαλισμό (Μερκούρωφ, Κομένκωφ και άλλοι). Οι τελευταίες τάσεις της τέχνης στράφηκαν στην εύρεση νέων αισθητικών μορφών, χάρη στην εγκατάλειψη των κανόνων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

 

Back Page        Home Page        Back Page
 Advertised by Ati Advertising on se.gr